άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκαθίσταμαι στη ζωή, επιτυγχάνω, καταλαμβάνω υψηλή θέση
  2. 02 ξεκινώ την ενήλικη ζωή μου, βγαίνω στον κόσμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
世に立つ
Παρόν (ευγενικό)
世に立ちます
Άρνηση (απλή)
世に立たない
Άρνηση (ευγενική)
世に立ちません
Παρελθόν (απλό)
世に立った
Παρελθόν (ευγενικό)
世に立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世に立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世に立ちませんでした
Τε-μορφή
世に立って
Δυνητική
世に立てる
Προστακτική
世に立て
Βουλητική
世に立とう
Υποθετική (ば)
世に立てば