άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διατυπώνω, προβάλλω, παρουσιάζω προς εξέταση, εξηγώ τα πραγματικά γεγονότα της ζωής, κηρύττω

Κλίση

Παρόν (απλό)
世に説く
Παρόν (ευγενικό)
世に説きます
Άρνηση (απλή)
世に説かない
Άρνηση (ευγενική)
世に説きません
Παρελθόν (απλό)
世に説いた
Παρελθόν (ευγενικό)
世に説きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世に説かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世に説きませんでした
Τε-μορφή
世に説いて
Δυνητική
世に説ける
Προστακτική
世に説け
Βουλητική
世に説こう
Υποθετική (ば)
世に説けば