άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός πεθαίνω, αποδημώ εις κύριον
  2. 02 ιδιωματισμός γίνομαι ιερωμένος, αποσύρομαι από τον κόσμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
世を去る
Παρόν (ευγενικό)
世を去ります
Άρνηση (απλή)
世を去らない
Άρνηση (ευγενική)
世を去りません
Παρελθόν (απλό)
世を去った
Παρελθόν (ευγενικό)
世を去りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世を去らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世を去りませんでした
Τε-μορφή
世を去って
Δυνητική
世を去れる
Προστακτική
世を去れ
Βουλητική
世を去ろう
Υποθετική (ば)
世を去れば