しの

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφεύγω την κοινωνία, κρύβομαι από τα μάτια του κόσμου, κρατώ χαμηλό προφίλ

Κλίση

Παρόν (απλό)
世を忍ぶ
Παρόν (ευγενικό)
世を忍びます
Άρνηση (απλή)
世を忍ばない
Άρνηση (ευγενική)
世を忍びません
Παρελθόν (απλό)
世を忍んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
世を忍びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世を忍ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世を忍びませんでした
Τε-μορφή
世を忍んで
Δυνητική
世を忍べる
Προστακτική
世を忍べ
Βουλητική
世を忍ぼう
Υποθετική (ば)
世を忍べば