わた

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σταδιοδρομώ στον κόσμο, κερδίζω τα προς το ζην, ζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
世を渡る
Παρόν (ευγενικό)
世を渡ります
Άρνηση (απλή)
世を渡らない
Άρνηση (ευγενική)
世を渡りません
Παρελθόν (απλό)
世を渡った
Παρελθόν (ευγενικό)
世を渡りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世を渡らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世を渡りませんでした
Τε-μορφή
世を渡って
Δυνητική
世を渡れる
Προστακτική
世を渡れ
Βουλητική
世を渡ろう
Υποθετική (ば)
世を渡れば