ぞく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοσμικοποίηση, εκκοσμίκευση, εκλαϊκευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
世俗化する
Παρόν (ευγενικό)
世俗化します
Άρνηση (απλή)
世俗化しない
Άρνηση (ευγενική)
世俗化しません
Παρελθόν (απλό)
世俗化した
Παρελθόν (ευγενικό)
世俗化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世俗化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世俗化しませんでした
Τε-μορφή
世俗化して
Δυνητική
世俗化できる
Προστακτική
世俗化しろ
Βουλητική
世俗化しよう
Υποθετική (ば)
世俗化すれば