れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοικειώνομαι με τις κοινωνικές συμβάσεις, γίνομαι κοσμοπολίτης ή έμπειρος στα του κόσμου

Κλίση

Παρόν (απλό)
世慣れる
Παρόν (ευγενικό)
世慣れます
Άρνηση (απλή)
世慣れない
Άρνηση (ευγενική)
世慣れません
Παρελθόν (απλό)
世慣れた
Παρελθόν (ευγενικό)
世慣れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世慣れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世慣れませんでした
Τε-μορφή
世慣れて
Δυνητική
世慣れられる
Προστακτική
世慣れろ
Βουλητική
世慣れよう
Υποθετική (ば)
世慣れれば