わた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιοπορισμός, κοινωνική ανέλιξη, συντήρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
世渡りする
Παρόν (ευγενικό)
世渡りします
Άρνηση (απλή)
世渡りしない
Άρνηση (ευγενική)
世渡りしません
Παρελθόν (απλό)
世渡りした
Παρελθόν (ευγενικό)
世渡りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世渡りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世渡りしませんでした
Τε-μορφή
世渡りして
Δυνητική
世渡りできる
Προστακτική
世渡りしろ
Βουλητική
世渡りしよう
Υποθετική (ば)
世渡りすれば