なお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοινωνική μεταρρύθμιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
世直しする
Παρόν (ευγενικό)
世直しします
Άρνηση (απλή)
世直ししない
Άρνηση (ευγενική)
世直ししません
Παρελθόν (απλό)
世直しした
Παρελθόν (ευγενικό)
世直ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世直ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世直ししませんでした
Τε-μορφή
世直しして
Δυνητική
世直しできる
Προστακτική
世直ししろ
Βουλητική
世直ししよう
Υποθετική (ば)
世直しすれば