をする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φροντίζω, περιποιούμαι

Παραδείγματα

  • いぬ世話せわをします

    Φροντίζω τον σκύλο.

  • 高齢こうれい祖母そぼ世話せわをするのは、わたし役目やくめです。

    Είναι δική μου ευθύνη να φροντίζω την ηλικιωμένη γιαγιά μου.

  • 病気びょうき寝込ねこんでいる友人ゆうじんのために、しばらくわたしかれ子供こどもたちの世話せわをすることになりました。

    Επειδή ο φίλος μου είναι άρρωστος και κλινήρης, αποφασίστηκε να φροντίζω εγώ τα παιδιά του για λίγο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
世話をする
Παρόν (ευγενικό)
世話をします
Άρνηση (απλή)
世話をしない
Άρνηση (ευγενική)
世話をしません
Παρελθόν (απλό)
世話をした
Παρελθόν (ευγενικό)
世話をしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世話をしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世話をしませんでした
Τε-μορφή
世話をして
Δυνητική
世話をできる
Προστακτική
世話をしろ
Βουλητική
世話をしよう
Υποθετική (ば)
世話をすれば