άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός φροντίζω κάποιον, προσέχω κάποιον, βοηθώ
  2. 02 ιδιωματισμός προσφέρω ανεπιθύμητη βοήθεια, είμαι παρεμβατικός, ενοχλώ, ανακατεύομαι, επεμβαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
世話を焼く
Παρόν (ευγενικό)
世話を焼きます
Άρνηση (απλή)
世話を焼かない
Άρνηση (ευγενική)
世話を焼きません
Παρελθόν (απλό)
世話を焼いた
Παρελθόν (ευγενικό)
世話を焼きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世話を焼かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世話を焼きませんでした
Τε-μορφή
世話を焼いて
Δυνητική
世話を焼ける
Προστακτική
世話を焼け
Βουλητική
世話を焼こう
Υποθετική (ば)
世話を焼けば