けん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοσμοκαλόγερος, καπατσοσύνη, εμπειρία από την πραγματική ζωή, πονηριά, ανθεκτικότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
世間擦れする
Παρόν (ευγενικό)
世間擦れします
Άρνηση (απλή)
世間擦れしない
Άρνηση (ευγενική)
世間擦れしません
Παρελθόν (απλό)
世間擦れした
Παρελθόν (ευγενικό)
世間擦れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世間擦れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世間擦れしませんでした
Τε-μορφή
世間擦れして
Δυνητική
世間擦れできる
Προστακτική
世間擦れしろ
Βουλητική
世間擦れしよう
Υποθετική (ば)
世間擦れすれば