ばなれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποστασιοποιούμαι από τα εγκόσμια, σταματώ να συμβαδίζω με τα κοινωνικά πρότυπα, χάνω την επαφή με την πραγματικότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
世離れる
Παρόν (ευγενικό)
世離れます
Άρνηση (απλή)
世離れない
Άρνηση (ευγενική)
世離れません
Παρελθόν (απλό)
世離れた
Παρελθόν (ευγενικό)
世離れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世離れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世離れませんでした
Τε-μορφή
世離れて
Δυνητική
世離れられる
Προστακτική
世離れろ
Βουλητική
世離れよう
Υποθετική (ば)
世離れれば