りょうてんびんにかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προσπαθώ να έχω το κεφάλι μου ήσυχο και με τις δύο πλευρές, διπλοπαίζω, έχω δύο σίδερα στη φωτιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
両天秤にかける
Παρόν (ευγενικό)
両天秤にかけます
Άρνηση (απλή)
両天秤にかけない
Άρνηση (ευγενική)
両天秤にかけません
Παρελθόν (απλό)
両天秤にかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
両天秤にかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
両天秤にかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
両天秤にかけませんでした
Τε-μορφή
両天秤にかけて
Δυνητική
両天秤にかけられる
Προστακτική
両天秤にかけろ
Βουλητική
両天秤にかけよう
Υποθετική (ば)
両天秤にかければ