両りょう目め

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 και τα δύο μάτια

Παραδείγματα

  • 両目りょうめを閉じます。

    Κλείνω και τα δύο μου μάτια.

  • 彼かれは両目りょうめで私わたしをじっと見みました。

    Με κοίταξε επίμονα με και τα δύο του μάτια.

  • 彼女かのじょは、両目りょうめから涙なみだがあふれるのを抑おさえられませんでした。

    Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της που κυλούσαν και από τα δύο της μάτια.