ならしょうされる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατατάσσομαι (με), συγκαταλέγομαι (με), χαίρω της ίδιας εκτίμησης (με), θεωρούμαι εξίσου αξιόλογος (με), είμαι συγκρίσιμος σε μεγαλείο (με)

Κλίση

Παρόν (απλό)
並び称される
Παρόν (ευγενικό)
並び称されます
Άρνηση (απλή)
並び称されない
Άρνηση (ευγενική)
並び称されません
Παρελθόν (απλό)
並び称された
Παρελθόν (ευγενικό)
並び称されました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
並び称されなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
並び称されませんでした
Τε-μορφή
並び称されて
Δυνητική
並び称されられる
Προστακτική
並び称されろ
Βουλητική
並び称されよう
Υποθετική (ば)
並び称されれば