ならしょうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατατάσσω (κάτι με κάτι άλλο), εξισώνω (με), θεωρώ ισάξια (δύο πράγματα), βλέπω ως συγκρίσιμα, εκτιμώ εξίσου

Κλίση

Παρόν (απλό)
並び称する
Παρόν (ευγενικό)
並び称します
Άρνηση (απλή)
並び称しない
Άρνηση (ευγενική)
並び称しません
Παρελθόν (απλό)
並び称した
Παρελθόν (ευγενικό)
並び称しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
並び称しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
並び称しませんでした
Τε-μορφή
並び称して
Δυνητική
並び称できる
Προστακτική
並び称しろ
Βουλητική
並び称しよう
Υποθετική (ば)
並び称すれば