ならてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρατάσσω στη σειρά, τοποθετώ στη σειρά
  2. 02 απαριθμώ, παραθέτω
  3. 03 φλυαρώ, λέω ασυναρτησίες, αραδιάζω ψέματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
並べ立てる
Παρόν (ευγενικό)
並べ立てます
Άρνηση (απλή)
並べ立てない
Άρνηση (ευγενική)
並べ立てません
Παρελθόν (απλό)
並べ立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
並べ立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
並べ立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
並べ立てませんでした
Τε-μορφή
並べ立てて
Δυνητική
並べ立てられる
Προστακτική
並べ立てろ
Βουλητική
並べ立てよう
Υποθετική (ば)
並べ立てれば