中なかへ入はいる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισέρχομαι, μπαίνω μέσα

Παραδείγματα

  • ドアを開あけて、中なかへ入はいる。

    Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω μέσα.

  • 建物たてものの中なかへ入はいる前まえに、靴くつを脱ぬいでください。

    Βγάλτε τα παπούτσια σας πριν μπείτε μέσα στο κτίριο.

  • 彼かれは慎重しんちょうに周まわりを見回みまわしながら、誰だれにも気付きづかれないようにそっと中なかへ入はいっていった。

    Ενώ κοιτούσε γύρω του με προσοχή, μπήκε αθόρυβα μέσα για να μην τον προσέξει κανείς.

Κλίση

Παρόν (απλό)
中へ入る
Παρόν (ευγενικό)
中へ入ります
Άρνηση (απλή)
中へ入らない
Άρνηση (ευγενική)
中へ入りません
Παρελθόν (απλό)
中へ入った
Παρελθόν (ευγενικό)
中へ入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
中へ入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
中へ入りませんでした
Τε-μορφή
中へ入って
Δυνητική
中へ入れる
Προστακτική
中へ入れ
Βουλητική
中へ入ろう
Υποθετική (ば)
中へ入れば