ちゅう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξουδετέρωση
  2. 02 εξουδετέρωση (π.χ. ενός δηλητηρίου), αντιμετώπιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
中和する
Παρόν (ευγενικό)
中和します
Άρνηση (απλή)
中和しない
Άρνηση (ευγενική)
中和しません
Παρελθόν (απλό)
中和した
Παρελθόν (ευγενικό)
中和しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
中和しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
中和しませんでした
Τε-μορφή
中和して
Δυνητική
中和できる
Προστακτική
中和しろ
Βουλητική
中和しよう
Υποθετική (ば)
中和すれば