中央集権化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγκεντρωτισμός εξουσίας, συγκέντρωση της εξουσίας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 中央集権化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 中央集権化します
- Άρνηση (απλή)
- 中央集権化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 中央集権化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 中央集権化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 中央集権化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 中央集権化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 中央集権化しませんでした
- Τε-μορφή
- 中央集権化して
- Δυνητική
- 中央集権化できる
- Προστακτική
- 中央集権化しろ
- Βουλητική
- 中央集権化しよう
- Υποθετική (ば)
- 中央集権化すれば
- Υποθετική (たら)
- 中央集権化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 中央集権化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 中央集権化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 中央集権化しなさい
- Παθητική
- 中央集権化される
- Αιτιατική
- 中央集権化させる