ちゅうしんとなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίζω κεντρικό ρόλο, αναλαμβάνω ηγετικό ρόλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
中心となる
Παρόν (ευγενικό)
中心となります
Άρνηση (απλή)
中心とならない
Άρνηση (ευγενική)
中心となりません
Παρελθόν (απλό)
中心となった
Παρελθόν (ευγενικό)
中心となりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
中心とならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
中心となりませんでした
Τε-μορφή
中心となって
Δυνητική
中心となれる
Προστακτική
中心となれ
Βουλητική
中心となろう
Υποθετική (ば)
中心となれば