なか

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περίγραμμα (π.χ. γραμματοσειρά), κένωμα
  2. 02 παράκαμψη μεσαζόντων, απευθείας συναλλαγή
  3. 03 γυμναστική άσκηση nakanuki
  4. 04 καθομιλουμένη ανάθεση εργασίας σε υπεργολάβο και είσπραξη προμήθειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
中抜きする
Παρόν (ευγενικό)
中抜きします
Άρνηση (απλή)
中抜きしない
Άρνηση (ευγενική)
中抜きしません
Παρελθόν (απλό)
中抜きした
Παρελθόν (ευγενικό)
中抜きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
中抜きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
中抜きしませんでした
Τε-μορφή
中抜きして
Δυνητική
中抜きできる
Προστακτική
中抜きしろ
Βουλητική
中抜きしよう
Υποθετική (ば)
中抜きすれば