なか

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσωρινή απουσία, απομάκρυνση, ολιγόλεπτη έξοδος
  2. 02 σφάλμα εστίασης κάμερας (σε κενό μεταξύ δύο αντικειμένων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
中抜けする
Παρόν (ευγενικό)
中抜けします
Άρνηση (απλή)
中抜けしない
Άρνηση (ευγενική)
中抜けしません
Παρελθόν (απλό)
中抜けした
Παρελθόν (ευγενικό)
中抜けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
中抜けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
中抜けしませんでした
Τε-μορφή
中抜けして
Δυνητική
中抜けできる
Προστακτική
中抜けしろ
Βουλητική
中抜けしよう
Υποθετική (ば)
中抜けすれば