なか

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ένωση, σύνδεσμος
  2. 02 διαμεσολάβηση, ρόλος διαμεσολαβητή
  3. 03 αναμετάδοση, ανάληψη καθηκόντων
  4. 04 συντομογραφία αναπληρωματικός πίτσερ, μέσος πίτσερ
  5. 05 αντικείμενο σε σχήμα κονταριού με ένωση στη μέση
  6. 06 δοχείο τσαγιού με καπάκι που έχει το ίδιο μέγεθος με το σώμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
中継ぎする
Παρόν (ευγενικό)
中継ぎします
Άρνηση (απλή)
中継ぎしない
Άρνηση (ευγενική)
中継ぎしません
Παρελθόν (απλό)
中継ぎした
Παρελθόν (ευγενικό)
中継ぎしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
中継ぎしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
中継ぎしませんでした
Τε-μορφή
中継ぎして
Δυνητική
中継ぎできる
Προστακτική
中継ぎしろ
Βουλητική
中継ぎしよう
Υποθετική (ば)
中継ぎすれば