ちゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκατάσταση, αναβίωση, αναζωπύρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
中興する
Παρόν (ευγενικό)
中興します
Άρνηση (απλή)
中興しない
Άρνηση (ευγενική)
中興しません
Παρελθόν (απλό)
中興した
Παρελθόν (ευγενικό)
中興しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
中興しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
中興しませんでした
Τε-μορφή
中興して
Δυνητική
中興できる
Προστακτική
中興しろ
Βουλητική
中興しよう
Υποθετική (ば)
中興すれば