ちゅう退たい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία διακοπή φοίτησης κατά τη διάρκεια της ακαδημαϊκής περιόδου

Κλίση

Παρόν (απλό)
中退する
Παρόν (ευγενικό)
中退します
Άρνηση (απλή)
中退しない
Άρνηση (ευγενική)
中退しません
Παρελθόν (απλό)
中退した
Παρελθόν (ευγενικό)
中退しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
中退しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
中退しませんでした
Τε-μορφή
中退して
Δυνητική
中退できる
Προστακτική
中退しろ
Βουλητική
中退しよう
Υποθετική (ば)
中退すれば