まるまる

άλλο, ρήμα, επίρρημα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παχουλός, στρογγυλός, εύσωμος
  2. 02 ολοκληρωτικά, εντελώς, εξ ολοκλήρου

Κλίση

Παρόν (απλό)
丸々する
Παρόν (ευγενικό)
丸々します
Άρνηση (απλή)
丸々しない
Άρνηση (ευγενική)
丸々しません
Παρελθόν (απλό)
丸々した
Παρελθόν (ευγενικό)
丸々しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
丸々しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
丸々しませんでした
Τε-μορφή
丸々して
Δυνητική
丸々できる
Προστακτική
丸々しろ
Βουλητική
丸々しよう
Υποθετική (ば)
丸々すれば