まるくなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι πιο πράος (π.χ. προσωπικότητα)
  2. 02 στρογγυλεύω
  3. 03 κουλουριάζομαι, καμπουριάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
丸くなる
Παρόν (ευγενικό)
丸くなります
Άρνηση (απλή)
丸くならない
Άρνηση (ευγενική)
丸くなりません
Παρελθόν (απλό)
丸くなった
Παρελθόν (ευγενικό)
丸くなりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
丸くならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
丸くなりませんでした
Τε-μορφή
丸くなって
Δυνητική
丸くなれる
Προστακτική
丸くなれ
Βουλητική
丸くなろう
Υποθετική (ば)
丸くなれば