まる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταπείθω, καλοπιάνω, δελεάζω, κερδίζω με το μέρος μου, αποπλανώ
  2. 02 τυλίγω και βάζω μέσα (σε κάτι), δέω σε δέμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
丸め込む
Παρόν (ευγενικό)
丸め込みます
Άρνηση (απλή)
丸め込まない
Άρνηση (ευγενική)
丸め込みません
Παρελθόν (απλό)
丸め込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
丸め込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
丸め込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
丸め込みませんでした
Τε-μορφή
丸め込んで
Δυνητική
丸め込める
Προστακτική
丸め込め
Βουλητική
丸め込もう
Υποθετική (ば)
丸め込めば