まる

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλήρης ανάθεση ενός έργου σε υπεργολάβους, καθολική εξωτερική ανάθεση
  2. 02 πλήρης μεταβίβαση μιας ευθύνης σε κάποιον άλλον, αποφόρτωση (προβλήματος, εργασίας κ.λπ.), ολοκληρωτική εκχώρηση αρμοδιοτήτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
丸投げする
Παρόν (ευγενικό)
丸投げします
Άρνηση (απλή)
丸投げしない
Άρνηση (ευγενική)
丸投げしません
Παρελθόν (απλό)
丸投げした
Παρελθόν (ευγενικό)
丸投げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
丸投げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
丸投げしませんでした
Τε-μορφή
丸投げして
Δυνητική
丸投げできる
Προστακτική
丸投げしろ
Βουλητική
丸投げしよう
Υποθετική (ば)
丸投げすれば