丸裸にする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γδύνω κάποιον τελείως
- 02 αφήνω κάποιον απένταρο, ληστεύω κάποιον μέχρις εσχάτων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 丸裸にする
- Παρόν (ευγενικό)
- 丸裸にします
- Άρνηση (απλή)
- 丸裸にしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 丸裸にしません
- Παρελθόν (απλό)
- 丸裸にした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 丸裸にしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 丸裸にしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 丸裸にしませんでした
- Τε-μορφή
- 丸裸にして
- Δυνητική
- 丸裸にできる
- Προστακτική
- 丸裸にしろ
- Βουλητική
- 丸裸にしよう
- Υποθετική (ば)
- 丸裸にすれば
- Υποθετική (たら)
- 丸裸にしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 丸裸にしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 丸裸にするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 丸裸にしなさい
- Παθητική
- 丸裸にされる
- Αιτιατική
- 丸裸にさせる