主になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναλαμβάνω τα ηνία, παίρνω την πρωτοβουλία, γίνομαι αρχηγός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 主になる
- Παρόν (ευγενικό)
- 主になります
- Άρνηση (απλή)
- 主にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 主になりません
- Παρελθόν (απλό)
- 主になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 主になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 主にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 主になりませんでした
- Τε-μορφή
- 主になって
- Δυνητική
- 主になれる
- Προστακτική
- 主になれ
- Βουλητική
- 主になろう
- Υποθετική (ば)
- 主になれば
- Υποθετική (たら)
- 主になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 主になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 主になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 主になりなさい
- Παθητική
- 主になられる
- Αιτιατική
- 主にならせる