しゅがん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεωρώ ως κύριο σημείο, καθιστώ ως κύριο σκοπό, επικεντρώνομαι σε

Κλίση

Παρόν (απλό)
主眼を置く
Παρόν (ευγενικό)
主眼を置きます
Άρνηση (απλή)
主眼を置かない
Άρνηση (ευγενική)
主眼を置きません
Παρελθόν (απλό)
主眼を置いた
Παρελθόν (ευγενικό)
主眼を置きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
主眼を置かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
主眼を置きませんでした
Τε-μορφή
主眼を置いて
Δυνητική
主眼を置ける
Προστακτική
主眼を置け
Βουλητική
主眼を置こう
Υποθετική (ば)
主眼を置けば