しゅがでかい

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη χρησιμοποιώ υπερβολικά ευρύ υποκείμενο κατά την έκφραση προσωπικής άποψης (π.χ. «το κοινό», «οι γυναίκες»), προβαίνω σε υπεργενίκευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
主語がでかい
Παρόν (ευγενικό)
主語がでかいです
Άρνηση (απλή)
主語がでかくない
Άρνηση (ευγενική)
主語がでかくないです
Παρελθόν (απλό)
主語がでかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
主語がでかかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
主語がでかくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
主語がでかくなかったです
Τε-μορφή
主語がでかくて
Υποθετική (ば)
主語がでかければ