かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο απόκλιση, αποξένωση, παρέκκλιση, απομάκρυνση, χωρισμός, αποκόλληση

Κλίση

Παρόν (απλό)
乖離する
Παρόν (ευγενικό)
乖離します
Άρνηση (απλή)
乖離しない
Άρνηση (ευγενική)
乖離しません
Παρελθόν (απλό)
乖離した
Παρελθόν (ευγενικό)
乖離しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乖離しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乖離しませんでした
Τε-μορφή
乖離して
Δυνητική
乖離できる
Προστακτική
乖離しろ
Βουλητική
乖離しよう
Υποθετική (ば)
乖離すれば