じょうじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκμεταλλεύομαι, ακολουθώ τυφλά
  2. 02 πολλαπλασιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗じる
Παρόν (ευγενικό)
乗じます
Άρνηση (απλή)
乗じない
Άρνηση (ευγενική)
乗じません
Παρελθόν (απλό)
乗じた
Παρελθόν (ευγενικό)
乗じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗じませんでした
Τε-μορφή
乗じて
Δυνητική
乗じられる
Προστακτική
乗じろ
Βουλητική
乗じよう
Υποθετική (ば)
乗じれば