っける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη τοποθετώ πάνω σε κάτι
  2. 02 καθομιλουμένη προσφέρω μεταφορά σε κάποιον, παίρνω κάποιον μαζί μου, βοηθώ κάποιον να επιβιβαστεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗っける
Παρόν (ευγενικό)
乗っけます
Άρνηση (απλή)
乗っけない
Άρνηση (ευγενική)
乗っけません
Παρελθόν (απλό)
乗っけた
Παρελθόν (ευγενικό)
乗っけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗っけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗っけませんでした
Τε-μορφή
乗っけて
Δυνητική
乗っけられる
Προστακτική
乗っけろ
Βουλητική
乗っけよう
Υποθετική (ば)
乗っければ