乗っ取る
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταλαμβάνω (με τη βία), παίρνω τον έλεγχο (εταιρείας, λογαριασμού κ.λπ.), κυριεύω (κάστρο, εχθρική θέση κ.λπ.), οικειοποιούμαι, σφετερίζομαι
- 02 αεροπειρατώ (αεροπλάνο, πλοίο κ.λπ.)
Παραδείγματα
-
敵が城を乗っ取った。
Οι εχθροί κατέλαβαν το κάστρο.
-
会社のシステムがハッカーに乗っ取られてしまった。
Το σύστημα της εταιρείας παραβιάστηκε από χάκερ.
-
敵国は弱った他国を乗っ取り、その資源を奪った。
Η εχθρική χώρα εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία ενός άλλου έθνους για να το καταλάβει και να του κλέψει τους πόρους.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗っ取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗っ取ります
- Άρνηση (απλή)
- 乗っ取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗っ取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗っ取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗っ取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗っ取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗っ取りませんでした
- Τε-μορφή
- 乗っ取って
- Δυνητική
- 乗っ取れる
- Προστακτική
- 乗っ取れ
- Βουλητική
- 乗っ取ろう
- Υποθετική (ば)
- 乗っ取れば
- Υποθετική (たら)
- 乗っ取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗っ取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗っ取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗っ取りなさい
- Παθητική
- 乗っ取られる
- Αιτιατική
- 乗っ取らせる