乗りかかる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ετοιμάζομαι να επιβιβαστώ (σε τρένο, λεωφορείο, κ.λπ.)
- 02 ξεκινώ (να κάνω κάτι), αρχίζω, καταπιάνομαι
- 03 ανεβαίνω πάνω σε, γέρνω πάνω από
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗りかかる
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗りかかります
- Άρνηση (απλή)
- 乗りかからない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗りかかりません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗りかかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗りかかりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗りかからなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗りかかりませんでした
- Τε-μορφή
- 乗りかかって
- Δυνητική
- 乗りかかれる
- Προστακτική
- 乗りかかれ
- Βουλητική
- 乗りかかろう
- Υποθετική (ば)
- 乗りかかれば
- Υποθετική (たら)
- 乗りかかったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗りかかりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗りかかるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗りかかりなさい
- Παθητική
- 乗りかかられる
- Αιτιατική
- 乗りかからせる