りつぶす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαντλώ (π.χ. αυτοκίνητο), κατανιώ, κουράζω μέχρι θανάτου (π.χ. άλογο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗りつぶす
Παρόν (ευγενικό)
乗りつぶします
Άρνηση (απλή)
乗りつぶさない
Άρνηση (ευγενική)
乗りつぶしません
Παρελθόν (απλό)
乗りつぶした
Παρελθόν (ευγενικό)
乗りつぶしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗りつぶさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗りつぶしませんでした
Τε-μορφή
乗りつぶして
Δυνητική
乗りつぶせる
Προστακτική
乗りつぶせ
Βουλητική
乗りつぶそう
Υποθετική (ば)
乗りつぶせば