乗りつぶす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξαντλώ (π.χ. αυτοκίνητο), κατανιώ, κουράζω μέχρι θανάτου (π.χ. άλογο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗りつぶす
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗りつぶします
- Άρνηση (απλή)
- 乗りつぶさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗りつぶしません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗りつぶした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗りつぶしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗りつぶさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗りつぶしませんでした
- Τε-μορφή
- 乗りつぶして
- Δυνητική
- 乗りつぶせる
- Προστακτική
- 乗りつぶせ
- Βουλητική
- 乗りつぶそう
- Υποθετική (ば)
- 乗りつぶせば
- Υποθετική (たら)
- 乗りつぶしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗りつぶしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗りつぶすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗りつぶしなさい
- Παθητική
- 乗りつぶされる
- Αιτιατική
- 乗りつぶさせる