乗りにくい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δύσκολος στην οδήγηση, δύσκολος στην επιβίβαση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗りにくい
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗りにくいです
- Άρνηση (απλή)
- 乗りにくくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗りにくくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 乗りにくかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗りにくかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗りにくくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗りにくくなかったです
- Τε-μορφή
- 乗りにくくて
- Υποθετική (ば)
- 乗りにくければ
- Υποθετική (たら)
- 乗りにくかったら