れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισέρχομαι οδικώς, εισέρχομαι ιππεύοντας
  2. 02 επεκτείνω (σιδηροδρομική γραμμή, δρομολόγιο λεωφορείου) εντός, συνδέω (σιδηροδρομική γραμμή) με, διασυνδέομαι με (ξεχωριστή γραμμή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗り入れる
Παρόν (ευγενικό)
乗り入れます
Άρνηση (απλή)
乗り入れない
Άρνηση (ευγενική)
乗り入れません
Παρελθόν (απλό)
乗り入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
乗り入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗り入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗り入れませんでした
Τε-μορφή
乗り入れて
Δυνητική
乗り入れられる
Προστακτική
乗り入れろ
Βουλητική
乗り入れよう
Υποθετική (ば)
乗り入れれば