乗のり出だす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποπλέω, ξεκινώ ταξίδι
  2. 02 ξεκινώ, εγκαινιάζω (ένα νέο εγχείρημα)
  3. 03 αρχίζω να ιππεύω
  4. 04 γέρνω προς τα εμπρός

Παραδείγματα

  • 船ふねが港みなとを乗り出すのりだす。

    Το πλοίο αναχωρεί από το λιμάνι.

  • 新あたらしい事業じぎょうに乗り出すのりだすことを決きめました。

    Αποφάσισα να ξεκινήσω μια νέα επιχείρηση.

  • 彼かれは身みを乗のり出だして、興味深きょうみぶかそうに話はなしを聞きいていた。

    Έσκυψε προς τα μπροστά και άκουγε την ιστορία με ενδιαφέρον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗り出す
Παρόν (ευγενικό)
乗り出します
Άρνηση (απλή)
乗り出さない
Άρνηση (ευγενική)
乗り出しません
Παρελθόν (απλό)
乗り出した
Παρελθόν (ευγενικό)
乗り出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗り出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗り出しませんでした
Τε-μορφή
乗り出して
Δυνητική
乗り出せる
Προστακτική
乗り出せ
Βουλητική
乗り出そう
Υποθετική (ば)
乗り出せば