乗り切る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντιμετωπίζω (θύελλα, τρικυμία), διασχίζω ιππεύοντας ή πλέοντας
- 02 ξεπερνώ (αντίξοες συνθήκες), αντέχω, βγάζω πέρα, υπερνικώ, επιβιώνω
- 03 φορτώνω πλήρως (π.χ. βιβλία σε ράφι, άτομα ή αποσκευές σε αυτοκίνητο)
Παραδείγματα
-
嵐を乗り切る。
Αντιμετωπίζω την καταιγίδα.
-
私たちはこの困難な時期を必ず乗り切ることができると信じています。
Πιστεύουμε ότι μπορούμε σίγουρα να ξεπεράσουμε αυτή τη δύσκολη περίοδο.
-
経済的な危機を乗り切るためには、政府の強力なリーダーシップと国民の協力が不可欠です。
Για να ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση, είναι απαραίτητη η ισχυρή ηγεσία της κυβέρνησης και η συνεργασία των πολιτών.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り切る
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り切ります
- Άρνηση (απλή)
- 乗り切らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り切りません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り切った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り切りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り切らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り切りませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り切って
- Δυνητική
- 乗り切れる
- Προστακτική
- 乗り切れ
- Βουλητική
- 乗り切ろう
- Υποθετική (ば)
- 乗り切れば
- Υποθετική (たら)
- 乗り切ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り切りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り切るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り切りなさい
- Παθητική
- 乗り切られる
- Αιτιατική
- 乗り切らせる