乗り回る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κυκλοφορώ με όχημα, κάνω βόλτες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り回る
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り回ります
- Άρνηση (απλή)
- 乗り回らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り回りません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り回った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り回りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り回らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り回りませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り回って
- Δυνητική
- 乗り回れる
- Προστακτική
- 乗り回れ
- Βουλητική
- 乗り回ろう
- Υποθετική (ば)
- 乗り回れば
- Υποθετική (たら)
- 乗り回ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り回りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り回るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り回りなさい
- Παθητική
- 乗り回られる
- Αιτιατική
- 乗り回らせる