乗り掛ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ετοιμάζομαι να επιβιβαστώ, καβαλάω, ανεβαίνω πάνω σε, γέρνω πάνω από, ξεκινάω κάτι, συγκρούομαι με
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り掛ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り掛けます
- Άρνηση (απλή)
- 乗り掛けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り掛けません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り掛けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り掛けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り掛けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り掛けませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り掛けて
- Δυνητική
- 乗り掛けられる
- Προστακτική
- 乗り掛けろ
- Βουλητική
- 乗り掛けよう
- Υποθετική (ば)
- 乗り掛ければ
- Υποθετική (たら)
- 乗り掛けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り掛けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り掛けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り掛けなさい
- Παθητική
- 乗り掛けられる
- Αιτιατική
- 乗り掛けさせる