乗り換え
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετεπιβίβαση (σε τρένα, λεωφορεία κ.λπ.), ανταπόκριση
- 02 αλλαγή (ιδεολογίας, κόμματος, συστήματος, μεθόδου κ.λπ.), μεταστροφή
- 03 αλλαγή (μετοχών)
- 04 χρωμοσωμική σύζευξη, χιασματική ανταλλαγή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り換えする
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り換えします
- Άρνηση (απλή)
- 乗り換えしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り換えしません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り換えした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り換えしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り換えしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り換えしませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り換えして
- Δυνητική
- 乗り換えできる
- Προστακτική
- 乗り換えしろ
- Βουλητική
- 乗り換えしよう
- Υποθετική (ば)
- 乗り換えすれば
- Υποθετική (たら)
- 乗り換えしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り換えしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り換えするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り換えしなさい
- Παθητική
- 乗り換えされる
- Αιτιατική
- 乗り換えさせる