乗り換える
ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετεπιβιβάζομαι (σε άλλο τρένο ή λεωφορείο), αλλάζω συγκοινωνιακό μέσο
- 02 αλλάζω (ιδεολογία, κόμμα, εταιρεία), μεταπηδώ (σε άλλο σύστημα, μέθοδο), στρέφω το ενδιαφέρον μου (π.χ. σε νέο ερωτικό σύντροφο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り換える
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り換えます
- Άρνηση (απλή)
- 乗り換えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り換えません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り換えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り換えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り換えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り換えませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り換えて
- Δυνητική
- 乗り換えられる
- Προστακτική
- 乗り換えろ
- Βουλητική
- 乗り換えよう
- Υποθετική (ば)
- 乗り換えれば
- Υποθετική (たら)
- 乗り換えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り換えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り換えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り換えなさい
- Παθητική
- 乗り換えられる
- Αιτιατική
- 乗り換えさせる