乗り損ねる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χάνω τη δυνατότητα επιβίβασης (π.χ. σε αεροπλάνο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り損ねる
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り損ねます
- Άρνηση (απλή)
- 乗り損ねない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り損ねません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り損ねた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り損ねました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り損ねなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り損ねませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り損ねて
- Δυνητική
- 乗り損ねられる
- Προστακτική
- 乗り損ねろ
- Βουλητική
- 乗り損ねよう
- Υποθετική (ば)
- 乗り損ねれば
- Υποθετική (たら)
- 乗り損ねたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り損ねたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り損ねるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り損ねなさい
- Παθητική
- 乗り損ねられる
- Αιτιατική
- 乗り損ねさせる